Διάβασα την προηγούμενη Κυριακή σε κάποιο περιοδικό εφημερίδας την παρακάτω ιστορία.


...

Εν έτει 1714 ένας σκληροτράχηλος ιάπωνας καπετάνιος ονόματι Τσουνοσόκε Ματσουγιάμα μπήκε σε ένα πλοιάριο και άρχισε να οργώνει τον Ειρηνικό, ψάχνοντας για θησαυρούς.
Έπεσε όμως σε καταιγίδα, το καράβι του βούλιαξε και ο ίδιος μαζί με τους 44 ναύτες του "ξεβράστηκαν" σε μια μαγευτική ατόλη.
Οι ναυαγοί δεν θα ζούσαν για πολύ.
Προτού αφήσει την τελευταία του πνοή κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο, ο Ματσουγιάμα πρόλαβε να στείλει ένα τελευταίο μήνυμα.
Σκάλισε την ιστορία του σε λεπτά κομμάτια ξύλου, τα έβαλε σε ένα μπουκάλι και το έριξε στη θάλασσα.

Το μπουκάλι έφτασε 150 χρόνια αργότερα στην παραλία όπου ο Ματσουγιάμα είχε γεννηθεί.
....

Τη φοβάμαι τη θάλασσα. Θέλω να είναι διαυγής "σαν πισίνα", να μην είναι βαθιά και αγριεμένη αλλά "λάδι", να μην έχει κύματα και μοιάζει περιπετειώδης, και επίσης σε καμιά περίπτωση να μην κολυμπάω πάνω από "μαύρα".

Για να ανέβω σε πλοίο χαπακώνομαι και επειδή φοβάμαι και επειδή ζαλίζομαι. Κίτρινες δραμαμήνες και ροζ βαλεριάνες για να περάσει το μαρτύριο και να ξυπνήσω κατευθείαν στο νησί. Έμαθα με το ζόρι να κολυμπάω στα δέκα στο κολυμβητήριο που με πήγαινε ο πατέρας μου έναν ολόκληρο βαρύ θεσσαλονικιώτικο χειμώνα επειδή το είχε καημό που ο ίδιος δεν ήξερε να κολυμπάει. Είναι από τα Γρεβενά, είδε θάλασσα πρώτη φορά φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Εγώ πάλι νόμιζα πως μια χαρά κολυμπούσε επειδή είναι πολύ ψηλός και πατούσε στα βαθιά ενώ εγώ όχι. Λοιπόν, εκείνες οι φρικτές Τρίτες στο κολυμβητήριο βρέξει-χιονίσει, να πρέπει να ξεφορτωθώ το πουπουλένιο μου μπουφάν για να φορέσω το μαγιό μου και η μάνα μου από δίπλα να τραβάει τα μαλλιά μου για να χωρέσουν μέσα στο στενό πλαστικό σκουφάκι πριν πέσω στην χλιαρή πισίνα με δεκάδες ακόμη πιτσιρίκια.


Όμως, κουτσά-στραβά, έμαθα να επιπλέω.


Σε μερικά μέρη θα ήμουν χρήσιμη στις παραλίες χωρίς καν να χρειαστεί να μπω στη θάλασσα. Θα με έβαζαν να περπατάω στην ακροθαλασσιά, πάνω κάτω, με τα κατάλευκα πόδια μου μέσα στο νερό για να τραβάω τα χταπόδια, τα ξιδάτα, τα λιαστά, τα βραστά και αυτά στα κάρβουνα.


Και εκεί που θα περπατούσα θα αναρωτιόμουνα, τι άνθρωπος θα πρέπει να είναι κάποιος για να μην φοβάται να εξερευνήσει την κατάμαυρη άβυσσο, τι παιδική ηλικία θα πρέπει να έχει ζήσει κάποια για να πάει μόνη της στο διάστημα, τι σόι φίλους είχε ο καημένος ο Άμουνδσεν όταν τους είπε ότι εγώ πάω να εξερευνήσω τον Νότιο Πόλο και εκείνοι του είπανε "καλά" και τον αφήσανε να φύγει μέσα στην παγωνιά.


Με τρομάζουν.






























έβαλα το μπουκάλι μέσα στο μήνυμα

και στάθηκα μέχρι τη μέση έξω απ' τα νερά μου


το πέταξα με όλη μου τη δύναμη προς την ακτή


ο θόρυβος που έκανε όταν έπεσε πάνω στην άμμο

δεν ακούστηκε


το μήνυμα μου δεν θα ταξιδέψει παρά μόνο λίγα χιλιοστά

τα επόμενα 1,000,000 χρόνια


προς τα κάτω


με τον καιρό


χαρούμενη

με τα μάτια καρφωμένα προς την επόμενη ανάδυση


αφήνω πίσω μου απλώς μπουρμπουλήθρες





1:44 π.μ.



5 responses to "Χαμένα χωράφια"

  1. Ανώνυμος είπε...

    σνιφ-υποψια χαμογελου-κλαψ-χαμογελο-λυγμ-χαμογελο-φτου κι απ την αρχη.
    πολυ συγκινηθηκα
    για πολλους λογους.

    imwrong είπε...

    άκου να δεις τώρα: συμβαίνουν και στ' αλήθεια κάτι τέτοια.

    dirdawuth είπε...

    όμορφο πολύ το κείμενο
    κι εμένα με συγκίνησε

    imwrong είπε...

    κι επειδή κανένα όνειρο δε μπορεί να κρατήσει αρκετά: http://www.youtube.com/watch?v=LI1Eh8cv_LM

    σμήννεφα είπε...

    Serratia το έχω διαβάσει πολλές φορές.
    Αν ζούσε ο Ματσουγιάμα θα καταλάβαινε ότι τα ποιήματα σου είναι ο θησαυρός...



    Ολόκληρη εξω από τα νερά μου σου στέλνω φιλιά, αν έχουν σκοπό να φτάσουν σε 150 χρόνια, θα σου τα δώσω από κοντά!