Μικρό εγχειρίδιο για την επιβίωση της εξεγερσιακής ηθικής


Ούτε θέλουμε ούτε χρειάζεται να προσθέσουμε έστω και μια γραμμή στα όσα γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες για τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι θάνατοι της 5ης Μαϊου στη Marfin. Η οδύνη μας είναι εντελώς δεδομένη όπως δεδομένη είναι και η οργή μας για την υποκριτική ευαισθησία των κάθε είδους αφεντικών, υπουργών και λοιπών παρατρεχάμενων σε σχέση με την αξία της ανθρώπινης ζωής, μιας ζωής που απαξιώνεται καθημερινά και με το χειρότερο τρόπο στα κάτεργα του καπιταλισμού, στα ναρκοπέδια των εθνικών συνόρων, στην καταστολή των κοινωνικών αγώνων.


Ένα ερώτημα όμως περιμένει απάντηση: Τι θα πούμε για τις αιτίες που οδήγησαν στους νεκρούς της Marfin; Θα μιλήσουμε για προβοκάτορες και σκοτεινούς κύκλους, θα αποδώσουμε το περιστατικό σε κάποιους ανεγκέφαλους και κτηνώδεις που παρείσφρυσαν ανάμεσά μας, θα γίνουμε κινηματικά μέντιουμ και θα μιλήσουμε για «την κακιά την ώρα»; Ή μήπως θα επαναπαυθούμε στο λόγο περί πυρασφάλειας του Βγενόπουλου, αυτού του εκ προοιμίου στυγνού εγκληματία, αντιμετωπίζοντας τα γεγονότα ως «αυτονόητα» και «αναμενόμενα» σαν να μιλάμε για φυσικά φαινόμενα στο μετεωρολογικό δελτίο;


Γιατί για εμας, «αυτονόητη» και «αναμενόμενη» είναι μόνο η βία του Κράτους και του Κεφαλαίου. Οι πράξεις των εξεγερμένων δεν μπορεί να είναι παρά αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής και ελεύθερης βούλησης.


1.

Και τέτοιες πράξεις δεν μπορούν να οδηγήσουν στον «τυχαίο» θάνατο τριών υπαλλήλων (αν είναι δυνατόν, τι πα να πει «απεργοσπάστες») ούτε να αναζητήσουν προκάλυμμα στον μαινόμενο κοινωνικό πόλεμο (τι πα να πει «παράπλευρες απώλειες»). Δεν είναι τυχαίο πως όλο και περισσότερο στο λόγο μας αναφερόμαστε στην εξεγερτική «αντι-βία». Είτε το θέλουμε είτε όχι, με αυτόν τον τρόπο προσδίδουμε στη βία ηθικό πρόσημο και μιλάμε για μια βία που δεν μπορεί να απομακρύνεται από το στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης και να γίνεται αυτοσκοπός. Αυτή ακριβώς η έννοια της «αντι-βίας» δεν φανερωνει παρά την επιθυμία των εξεγερμένων να δικαιολογήσουν τη χρήση της και όχι απλώς να την εξηγήσουν ως «κοινωνικό φαινόμενο», όπως περίπου θα έκανε στο διδακτορικό του ένας μαρξιστής κοινωνιολόγος. Η εξέγερση δεν είναι μόνο πράξη, είναι και πρόταση, σκοπός της δεν είναι μόνο να «καταφέρει» αλλά και να «πείσει». Και για αυτό αναζητά τα ηθικά της ερείσματα μέσα στο κοινωνικό πεδίο, σε έναν διαρκή διάλογο ανάμεσα στους εξεγερμένους και την υπόλοιπη κοινωνία. Η εύκολη απαξίωση αυτών που προτίμησαν να κάτσουν στον καναπέ αντί να κατέβουν στο δρόμο, δεν πρέπει να παραβλέπει, ότι η εξέγερση αναζητά τους αυριανούς εξεγερμένους ανάμεσα στους μέχρι χτες βολεμένους.


2.

Σε μια πολιτική συγκυρία σαν την τωρινή πρέπει να σταθούμε με γενναιότητα και να παραδεχτούμε πως ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης των θανάτων της 5ης Μαίου μας αντιστοιχεί, ακριβώς διότι αφήσαμε με ευκολία πίσω μας - ιδιαίτερα από το Δεκέμβρη του ΄08 και μετά - το ζήτημα της εξεγερσιακής ηθικής. Παρασυρμένοι από την ορμή της εξέγερσης, γοητευτήκαμε και συχνά συνταχτήκαμε με διάφορες εκφάνσεις του πολιτικού μηδενισμού, διατηρώντας μια ένοχη σιωπή για πλήθος συμπεριφορών που εμφανίστηκαν γύρω μας (ενδεχομένως και μέσα μας): Αυθαίρετες στοχοποιήσεις των «εχθρών» της εξέγερσης, απαξιώσεις και τσαλακώματα της στοιχειώδους αξιοπρέπειας, αρσενικοί τσαμπουκάδες, λιντσαρίσματα και τραμπουκισμοί, και όλα αυτά με βάση το σαθρό και προφανώς ευμετάβλητο κριτήριο της κατοχής της «απόλυτης αλήθειας» των εξεγερμένων. Και σωπάσαμε εκκωφαντικά όταν οργανώσεις της ένοπλης πάλης (που διεκδίκησαν οι ίδιες για τον αγώνα τους το χαρακτήρα της συνέχισης των εξεγέρσεων με άλλα μέσα), άρχισαν να ξεδιπλώνουν συμπεριφορές που αμφισβητούσαν τον πυρήνα της εξεγερσιακής ηθικής, αρνούμενες να ασχοληθούν με το στοιχειώδες ζήτημα της απαξίωσης της ζωής «του κάθε περαστικού» και εξαντλώντας τη σχετική συζήτηση γύρω από την επάρκεια του προστατευτικού μέτρου των προειδοποιητικών τηλεφωνημάτων. Εν τέλει, υποταχθήκαμε στο θεαματικό χαρακτήρα μιας βίας που αναμφιβόλως απέκτησε φανταχτερή αίγλη και κατάφερε να δημιουργήσει παγκόσμια γεγονότα, χωρίς να σκεφτούμε αν όντως η ριζοσπαστικότητα του αγώνα καθορίζεται από το βαθμό βιαιότητας των μέσων που αυτός χρησιμοποιεί.


3.

Ξέρουμε καλά πως η εξουσία και τα τσιράκια της θα προσπαθήσουν, εκμεταλλευόμενοι το τραγικό συμβάν της 5ης Μάη, να μας φέρουν αντιμέτωπους με το πλαστό δίπολο «βία-μη βία». Δεν τσιμπάμε. Και για αυτόν το λόγο, τη συζήτηση για τα μέσα του αγώνα δεν θα την αφήσουμε στα χέρια των μπάτσων και των τηλεοπτικών εισαγγελέων, στηρίζοντάς την αποκλειστικά σε υποθέσεις για το πώς θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για την ανθρώπινη ζωή. Το ξεχείλωμα αυτής της θέσης δεν θα είχε τέλος: Αν σπάσει μία βιτρίνα μπορεί να ακρωτηριάσει ένα χέρι, μία πέτρα μπορεί να αναπηδήσει και να χτυπήσει ένα παιδί, ένα σύνθημα μπορεί να φωναχτεί πολύ δυνατά και να προκαλέσει ανακοπή σε έναν συνταξιούχο του ΟΓΑ, και τελικά ασφάλεια υπάρχει μόνο στις ειρηνικές διαδηλώσεις και ακόμα καλύτερα μέσα στη ζεστή αγκαλιά του καναπέ.

Τα μέσα του αγώνα δεν μπορούν να νοηθούν έξω από το ιστορικό τους πλαίσιο και την κοινωνική συνθήκη που αναδεικνύει τη χρήση τους ως απαραίτητη. Ακόμη και η κοινοβουλευτική δημοκρατία που τόσο «κόπτεται» για την ανθρώπινη ζωή, έχει σχετικοποιήσει μέχρι και την -θεωρητικά απόλυτη για τους αστούς- απαξία της βόμβας, αναδεικνύοντας ήρωες μέσα από τους εκρηκτικούς αγώνες κατά της δικτατορίας. Έτσι και η μολότωφ, σε μια εντυπωσιακή πορεία τριάντα και πλέον χρόνων στους μεταπολιτευτικούς αγώνες στην Ελλάδα, κατέστρεψε καπιταλιστικούς στόχους, προσέφερε άμυνα από την αστυνομία σε κρίσιμες στιγμές και διέψευσε αποτελεσματικά τον πόθο της κυριαρχίας για κοινωνική ειρήνη, εισπράττοντας συχνά διθυράμβους από μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Είναι όμως άραγε η καταξίωσή της άσχετη με αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό μεγάλης αποτελεσματικότητας και έλλειψης ανθρώπινων απωλειών στην ιστορική της πορεία; Είναι άσχετο το ότι σε όλους τους αγώνες, ακόμη και τους πιο βίαιους όπως ο Δεκέμβρης, είχαμε πάντα τη δυνατότητα να βροντοφωνάζουμε το γνωστό σύνθημα που ζυγίζει τις βιτρίνες με τις ζωές; Το γεγονός είναι, ότι η συζήτηση για τα όρια των μέσων και την αναλογία τους προς το σκοπό έχει ανοίξει και κανείς μας δεν μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα.


4.

Διαβάσαμε σε ένα από τα κείμενα που κυκλοφορούν αυτές τις ημέρες και προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν πάνω στην αποκλειστική ευθύνη των καπιταλιστών, ότι η βία της εξέγερσης είναι σαν τρένο που κυλά στις ράγες. "Αν κάποιος αλυσοδέσει ανθρώπους στις γραμμές του, τότε δεν μπορούμε να λέμε ότι είναι ένοχοι οι επιβάτες"...

Στη λογική αυτή μπορούμε εύκολα να αντιτάξουμε το εξής: Μέσα σε κάθε βαγόνι, υπάρχει μία χειρολαβή για έκτακτη ανάγκη. Κάθε επιβάτης που θα αντιληφθεί τους αλυσοδεμένους ανθρώπους στις γραμμές του τρένου και δεν τραβήξει τη χειρολαβή, φέρει μερίδιο ευθύνης για την απώλεια της ζωής τους.


Πρόκειται για μια δύσκολη πολιτική επιλογή. Ξέρουμε ότι μπροστά μας έρχονται αγώνες, αγώνες ενάντια σ' ένα σύστημα που εξαθλιώνει, αποχαυνώνει, δολοφονεί, «ενάντια σ' ένα σύστημα που κλέβει τη ζωή» με όλο και πιο απροκάλυπτο τρόπο. Αγώνες που θα μας ξεπεράσουν σε ορμή, αγώνες ανθρώπων που θα βρεθούν σε απόλυτη απόγνωση και δεν θα έχουν πραγματικά τίποτε να χάσουν. Στους αγώνες αυτούς θα είμαστε εκεί και θα οργανώνουμε με αποφασιστικότητα την επίθεση στο Κεφάλαιο και το Κράτος με όλες μας τις δυνάμεις, δίνοντας ταυτόχρονα το στίγμα μας. Ένα στίγμα που θα επαναλαμβάνει διαρκώς την ανάγκη για έλεγχο των μέσων και των προτεραιοτήτων που θέτει μια εξέγερση. Η πρακτική συνέπεια αυτής της επιλογής μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με ανθρώπους που μέχρι χτες θα τους θεωρούσαμε συντρόφους. Κι αν χρειαστεί, μπορεί να γίνουμε ντεφετιστές, να αρνηθούμε την άνευ όρων στράτευση σε έναν ανώτερο τυφλό σκοπό, του οποίου η επίτευξη θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην εξαχρείωση.


Μπορεί για κάποιους και κάποιες η θέση αυτή να μοιάζει «ανθρωπιστική», «ηθικιστική» ή «ηττοπαθής». Λίγο μας νοιάζει. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε με όλα τα μέσα, οπλισμένοι με την πεποίθηση ότι αν την όποια εξεγερτική ηθική την διαδεχθεί ένας εξεγερτικός μηδενισμός, αν στο όνομα του οποιουδήποτε ανώτερου εξεγερσιακού σκοπού κυριαρχήσει ο κοινωνικός κανιβαλισμός, τότε η προστασία των μελών της κοινωνίας θα παραδοθεί στα χέρια του Νόμου και της Τάξης, και το Κράτος θα ανακτήσει όλη τη χαμένη ιστορική του νομιμοποίηση ως «ο κατεξοχήν προστάτης» και «εγγυητής» της κοινωνικής συνύπαρξης.


Και τότε, θα έχουμε ήδη χάσει.



Θεσσαλονίκη, 17/5/2010

από τη

ΜΗΧ(Α)ΝΗ





2:18 π.μ.



0 responses to "Μικρό εγχειρίδιο για την επιβίωση της εξεγερσιακής ηθικής"