3:06 π.μ.




Απλά επειδή μου έκανε εντύπωση το story:



Theodore Gericault 

491cm x 716cm

Louvre, Paris













Το ναυάγιο της γαλλικής φρεγάτας Μέδουσα, στα ανοιχτά της ακτής της Μαυρυτανίας στις 5 Ιουλίου του 1816, ήταν ένα σκάνδαλο για την εποχή του. Ο άπειρος καπετάνιος της φρεγάτας, Viscount Hugues Duroy de Chaumereys που είχε να κυβερνήσει πλοίο πάνω από μια εικοσαετία, προσκείμενος στην πρόσφατα απεκατεστημένη γαλλική μοναρχία, θεωρήθηκε τουλάχιστον ανίκανος. 

Η φρεγάτα με τους 400 επιβάτες δεν έφτασε ποτέ στη Σενεγάλη και ο 27 χρονος ζωγράφος Gericault, οπαδός του ρομαντισμού, βρήκε στο τραγικό αυτό γεγονός το σύγχρονο θέμα που θα τον έκανε διάσημο και μαζί κατάφερε να κάνει και ένα ισχυρό πολιτικό σχόλιο για την ανικανότητα του παλαιού καθεστώτος. 

Τα όσα έζησαν οι ναυαγοί 13 ολόκληρες ημέρες πάνω στην προχειροφτιαγμένη σχεδία και το πως ζούσε και δούλευε ο ίδιος ο Gericault τον ένα χρόνο που κράτησε η κατασκευή του πίνακα είναι 

κάτι που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και αγγίζει την τρέλα. 

Το λιγότερο 176 άνθρωποι επιβιβάστηκαν στη σχεδία, από τους οποίους κατάφεραν να επιζήσουν μόλις οι 15 παλεύοντας με την πείνα, την αφυδάτωση, την ανταρσία, την απειλή του κανιβαλισμού και την τρέλα. Για να κρατηθούν στη ζωή είχαν μαζί τους μόνο μια σακούλα γαλέτες, που φυσικά σώθηκαν την πρώτη μέρα, λίγο κρασί και δύο φλασκιά νερό που χύθηκε πάνω σε ένα καυγά. 

Όσο για τον Gericault,  αποφάσισε να ερευνήσει το θέμα του σε βάθος. Γι αυτό το λόγο μετέφερε το στούντιο του απέναντι από το νοσοκομείο Βeaujon, το οποίο επισκεπτόταν συχνά για να ζωγραφίζει τα πρόσωπα των μελλοθανάτων. Ήταν επίσης συχνός επισκέπτης του νεκροτομείου έχοντας εμμονή με το χρώμα και την υφή της σήψης και την ακαμψία της νεκρής σάρκας. Πήρε επίσης καθοριστικές για το ύφος του πίνακα συνεντεύξεις από δύο επιζήσαντες του ναυαγίου, τον Henri Savigny και τον Alexandre Correard.  Δούλευε απόλυτα ήρεμος πίσω από κλειδωμένες πόρτες, συχνά με πυρετό, και έφτασε μέχρι του σημείου να κατασκευάσει με τη βοήθεια του μαραγκού Lavillette, ένα ακριβές μοντέλο της ίδιας της σχεδίας μέσα στο εργαστήριο του. 

Ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1819 στο Παρίσι με τους κριτικούς διχασμένους ανάμεσα στον έπαινο και την αποστροφή. Ο πίνακας ικανοποίησε τους επιζήσαντες Savigny και Correard, και ενίσχησε τον αντιμπεριαλιστικό τους αγώνα. Η απόφαση του Gericault να τοποθετήσει ως κεντρική φιγούρα στον πίνακα τη μορφή ενός μαύρου άνδρα, καταθέτωντας με αυτό τον τρόπο την αντίθεση του στο θεσμό της δουλείας, θεωρήθηκε αμφιλεγόμενη, αν και η έκθεση του πίνακα στο Λονδίνο συνέπεσε με διαδηλώσεις υπέρ της κατάργησης της. 




Και μια σύγχρονη εκδοχή:


The Raft of G.W.Bush (Ship of fools) by JP Witkin






















Μπορεί κανείς να διακρίνει τις φιγούρες των G.W.Bush, Condolisa Rice, Barbara Bush, Ramsfeld, Colin Powell, Cheney. 

Κάτω από το κατάρτι υπάρχει μια θρησκευτική φιγούρα που αναπαριστά την θεοκρατία και τους παπάδες. Ένας θυμωμένος άγγελος κρατά ένα μεγάλο κόκαλο που συμβολίζει τον καπιταλιστικό καννιβαλισμό. 

Όλα τα υπόλοιπα μοντέλα που ποζάρουν όπως στον πίνακα του Gericault, μοιάζουν με είδωλα του MTV, τα τρυφερά σώματα τους θρεμμένα με Big Mac, και τα μυαλά τους φουσκωμένα με corporate culture.  



Και λίγη ποίηση του κουτιού:


Tο ναυάγιο μου έγινε χθες στις 11.45

και από τότε τίποτα στον ορίζοντα

τα κύματα του σεντονιού μου πελώρια θα με καταπιούνε ζωντανή

Αλάτι και ιδρώτας, ποια να'ναι άραγε η γεύση του σώματος μου;

Αν γλίτωσω κι αυτή τη φορά  

θα με φάνε σίγουρα ζωντανή οι σύντροφοι μου.

Χωρίς έλεος, χωρίς στεριά.


Η σχεδία μου είναι πρόχειρα φτιαγμένη

χαραμάδες φαρδιές όσο ένα πόδι με χωρίζουν απ' τον βυθό μου.

Κάτω από το κρεβάτι μου ένας ωκεανός. 

Ότι με έτρεφε τελείωσε.

Μέσα στον χαμό, όλοι ίσοι.

Η ανταρσία είναι ανάγκη τώρα που το δέρμα μου βρωμάει.

Παγώνω 

χάνοντας μία μία τις βασικές μου λειτουργίες,

την ομηλία, την ακοή, την όραση, την ικανότητα να μετρώ τον χρόνο ή ακόμη και να ανοιγοκλείνω τα μάτια μου.


Βουτώ στο νερό για να πιαστώ από τα μαλλιά της Μέδουσας. 



8:06 π.μ.





Κύτταρα από πλακώδες επιθήλιο, διάμεσα και επιπολής.


Αρκετά κύτταρα από κυλινδρικό επιθήλιο.


Αρκετά πολυμορφοπύρηνα.


Λίγα παραβασιακά κύτταρα με διόγκωση του πυρήνα και εκφύλιση του πρωτοπλάσματος.


Επιθηλιακά κύτταρα με ανισομεγέθεις και διογκωμένους πυρήνες και εστιακά

κερατινοποιημένο κυτταρόπλασμα.


Άφθονα στοιχεία κυτταρόλυσης με γυμνούς πυρήνες.


Κύτταρα με χαρακτήρες κοκοήθειας δεν παρατηρούνται.


Αρνητικό για κακοήθεια.




Λόγω και του ιστορικού, 

συνίσταται η επανάληψη της εξετάσεως σε τρείς μήνες. 



5:47 π.μ.





Αυξημένης πυκνότητας μαστοί
δίχως εμφανή διαταραχή της αρχιτεκτονικής τους.

Δεν διακρίνονται ακτινοσκιερά μορφώματα
και χαρακτηριστικές μικροεπασβεστώσεις.

Σχηματισμός της θηλής και του δέρματος των δύο μαστών
εντός των φυσιολογικών ορίων.

Συνίσταται συμπληρωματικός υπερηχογραφικός έλεγχος.

Φυλάξτε αυτές τις εικόνες.


5:37 π.μ.






Αγαπητή μου Βαλεντίνη,

Πήρα το θάρρος να σας απευθύνω αυτό το γράμμα γιατί σας θαυμάζω απεριόριστα.

Διαβάζοντας για εσάς έμαθα ότι υπήρξατε δεινή αλεξιπτωτήστρια σε νεαρή ηλικία στην αερολέσχη της περιοχής σας και αυτό σας οδήγησε στο να γίνετε μια τόσο επιτυχημένη κοσμοναύτρια. Είσασταν επίσης και εργάτρια στο εργοστάσιο υφασμάτων και αυτό το προλεταριακό σας υπόβαθρο σας έκανε την πιο δυνατή υποψήφια για την πρώτη σας πτήση στο διάστημα.

Πετάξατε λοιπόν στις 16 Ιουνίου 1963 με τον Βοστόκ 6 έχοντας το κωδικό όνομα Τσάικα, δηλαδή γλάρος. Αν και κατά την διάρκεια της πτήσης σας, που κράτησε τρεις μέρες, νιώθατε ναυτία και ασφυκτιούσατε, καταφέρατε τελικά να γράψετε περισσότερες ώρες πτήσης από όλους μαζί τους Αμερικανούς αστροναύτες που είχαν ταξιδέψει στο διάστημα μέχρι τότε. Αυτό σας έκανε ηρωίδα στα μάτια των Ρώσων. Θαυμάσια! Βγάλατε και υπέροχες φωτογραφίες τον ορίζοντα και βοηθήσατε έτσι την επιστημονική έρευνα της ατμόσφαιρας.

Είναι κρίμα βέβαια που δεν ξαναπετάξατε ποτέ. Το αλεξίπτωτο άραγε το κόψατε; Βέβαια απολαμβάνατε τιμές στην πατρίδα σας, ο αστεροειδής 1671 πήρε το όνομα Τσάικα, και ένας κρατήρας στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης πήρε το βαφτιστικό σας (προφανώς τους κρατήρες στη φωτεινή πλευρά τους φυλάνε για τους άνδρες συναδέλφους σας)

αλλά να...είναι κρίμα, θα το επαναλάβω,

επειδή στα εβδομηκοστά γενέθλια σας, όπου παραβρέθηκε και ο πρόεδρος Πούτιν, εξεδηλώσατε την επιθυμία να ταξιδέψετε μέχρι τον Άρη, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι δεν θα μπορούσατε να επιστρέψετε πίσω ποτέ.

Καλό σας ταξίδι
Με εκτίμηση
Σ.Μ


1:34 π.μ.





Πέθανε στις 13 Απρίλη 2009 και στα 87 χρόνια ο Abel Paz στη Βαρκελώνη.

Με μια λιτή ανακοίνωση, στο Indymedia της Βαρκελώνης, έφτασε η είδηση του θανάτου του Abel Paz, αναρχικού αγωνιστή και ιστορικού συγγραφέα, που είχε την τύχη να ζήσει από κοντά και από τα μέσα την Ισπανική Επανάσταση και όλη την μετέπειτα πορεία του αναρχικού κινήματος και συγγραφέα ιστορικών βιβλίων, ανάμεσα σε άλλα της βιογραφίας του Buenaventura Durruti.

Στην Ελλάδα πολλοί είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά, κατά την επίσκεψή του το 1996, και στη Βαρκελώνη, στο πάντα ανοιχτό σπίτι του στη Gracia.

Ο Abel Paz, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Diego Camacho, γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου του 1921 στην περιοχή της Almeria. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το 1929.

Άρχισε να εργάζεται από το 1935 στην υφαντουργία και τότε έγινε μέλος της CNT.

Τον Ιούλη του 1936, με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου και της Ισπανικής Επανάστασης, κατατάχθηκε στη Φάλαγγα “Ντουρούτι”. Πολέμησε, επίσης, στο μέτωπο της Αραγωνίας, ενώ ήταν παρών και στα γεγονότα της Βαρκελώνης τον Μάη του 1937.

Με την πτώση της Καταλωνίας, τον Γενάρη του 1939, κατέφυγε στην εξορία στη Γαλλία, όπου κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 πήρε μέρος στη γαλλικηή αντίσταση στους χιτλερικούς καθώς και στην αντίσταση στο καθεστώς Φράνκο από την πλευρά των ισπανών αναρχικών.

Αμετανόητα αναρχικός. “από τα γενοφάσκια του”, όπως του άρεσε να τονίζει, ανατρεπτικός και καυστικός, μέχρι πρόσφατα έδινε διαλέξεις και ήταν σε επαφή με όσους αγωνίζονται.
Έγραψε τα ακόλουθα βιβλία (οι τίτλοι εδώ σε αγγλική μετάφραση):

* Durruti in the Spanish Revolution. AK Press, 2006. ISBN 978-1-904859-50-5. Translated by Chuck W. Morse.
* Durruti: the people armed. Black Rose, 1976. ISBN 978-0-919618-74-9 (pbk.) ISBN 978-0-919618-73-2 (hbk.)
* The Iron Column. Kate Sharpley Library, 2006. ISBN 1-873605-04-8
* The Spanish civil war. Hazan, 1997. ISBN 978-2-85025-532-8 * La Barcelona Rebelde: Guía De Una Ciudad Silenciada Octaedro, 2003. ISBN 978-8-480636-28-5

Στην ελληνική γλώσσα:

* Ταξίδι στο Παρελθόν, εκδόσεις “Άλφα”, Ιούνης 1996
* Ντουρρούτι, Η Κοινωνική Επανάσταση στην Ισπανία Α’ Τόμος 1896-1933 και Β΄ Τόμος 1933-1936, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” 1978 και 1979 αντίστοιχα (αργότερα σε έναν τόμο).

Η θύμησή του θα είναι έμπνευση και νοσταλγία.

Καλό ταξίδι Abel Paz. Οι Έλληνες αναρχικοί σε ευχαριστούν για τις στιγμές, τα γραπτά και τις σκέψεις που τους χάρισες.

“Είμαι αναρχικός, και ο αναρχικός είναι ένας άνθρωπος με συνοχή (πνευματική ειρήνη, η ηρεμία, η εξοχή, να δουλεύεις το λιγότερο δυνατό, όσο είναι απαραίτητο για να μπορείς να ζεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά, τον ήλιο. Να απολαμβάνεις τη ζωή με κεφαλαία, τώρα υπάρχει η ζωή με πεζά). Είναι το να έχεις μια προσωπική θεώρηση. Να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στην καθημερινότητα στο μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να περιμένεις μέχρι να γίνει η επανάσταση. Αυτό μπορεί να το κάνει ο αναρχικός τώρα. Είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, είναι μια κατάσταση πνεύματος, μια στάση ζωής. Πιστεύω πως αυτή η κοινωνία είναι πολύ άσχημα οργανωμένη, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά και οικονομικά. Πρέπει να την αλλάξουμε εντελώς. Η αναρχία επικαλείται μια ζωή εντελώς διαφορετική. Με την αναρχία, προσπαθούμε να ζούμε αυτή την ουτοπία λίγο λίγο κάθε μέρα”.
Abel Paz


1:22 π.μ.






“I believe in the power of the imagination to remake the world, to release the truth within us, to hold back the night, to transcend death, to charm motorways, to ingratiate ourselves with birds, to enlist the confidences of madmen.
I believe in my own obsessions, in the beauty of the car crash, in the peace of the submerged forest, in the excitements of the deserted holiday beach, in the elegance of automobile graveyards, in the mystery of multi-storey car parks, in the poetry of abandoned hotels.
I believe in the forgotten runways of Wake Island, pointing towards the Pacifics of our imaginations.
I believe in the mysterious beauty of Margaret Thatcher, in the arch of her nostrils and the sheen on her lower lip; in the melancholy of wounded Argentine conscripts; in the haunted smiles of filling station personnel; in my dream of Margaret Thatcher caressed by that young Argentine soldier in a forgotten motel watched by a tubercular filling station attendant.
I believe in the beauty of all women, in the treachery of their imaginations, so close to my heart; in the junction of their disenchanted bodies with the enchanted chromium rails of supermarket counters; in their warm tolerance of my perversions.
I believe in the death of tomorrow, in the exhaustion of time, in our search for a new time within the smiles of auto-route waitresses and the tired eyes of air-traffic controllers at out-of-season airports.
I believe in the genital organs of great men and women, in the body postures of Ronald Reagan, Margaret Thatcher and Princess Di, in the sweet odors emanating from their lips as they regard the cameras of the entire world.
I believe in madness, in the truth of the inexplicable, in the common sense of stones, in the lunacy of flowers, in the disease stored up for the human race by the Apollo astronauts.
I believe in nothing.
I believe in Max Ernst, Delvaux, Dali, Titian, Goya, Leonardo, Vermeer, Chirico, Magritte, Redon, Duerer, Tanguy, the Facteur Cheval, the Watts Towers, Boecklin, Francis Bacon, and all the invisible artists within the psychiatric institutions of the planet.
I believe in the impossibility of existence, in the humor of mountains, in the absurdity of electromagnetism, in the farce of geometry, in the cruelty of arithmetic, in the murderous intent of logic.
I believe in adolescent women, in their corruption by their own leg stances, in the purity of their disheveled bodies, in the traces of their pudenda left in the bathrooms of shabby motels.
I believe in flight, in the beauty of the wing, and in the beauty of everything that has ever flown, in the stone thrown by a small child that carries with it the wisdom of statesmen and midwives.
I believe in the gentleness of the surgeon’s knife, in the limitless geometry of the cinema screen, in the hidden universe within supermarkets, in the loneliness of the sun, in the garrulousness of planets, in the repetitiveness or ourselves, in the inexistence of the universe and the boredom of the atom.
I believe in the light cast by video-recorders in department store windows, in the messianic insights of the radiator grilles of showroom automobiles, in the elegance of the oil stains on the engine nacelles of 747s parked on airport tarmacs.
I believe in the non-existence of the past, in the death of the future, and the infinite possibilities of the present.
I believe in the derangement of the senses: in Rimbaud, William Burroughs, Huysmans, Genet, Celine, Swift, Defoe, Carroll, Coleridge, Kafka.
I believe in the designers of the Pyramids, the Empire State Building, the Berlin Fuehrerbunker, the Wake Island runways.
I believe in the body odors of Princess Di.
I believe in the next five minutes.
I believe in the history of my feet.
I believe in migraines, the boredom of afternoons, the fear of calendars, the treachery of clocks.
I believe in anxiety, psychosis and despair.
I believe in the perversions, in the infatuations with trees, princesses, prime ministers, derelict filling stations (more beautiful than the Taj Mahal), clouds and birds.
I believe in the death of the emotions and the triumph of the imagination.
I believe in Tokyo, Benidorm, La Grande Motte, Wake Island, Eniwetok, Dealey Plaza.
I believe in alcoholism, venereal disease, fever and exhaustion. I believe in pain. I believe in despair. I believe in all children.
I believe in maps, diagrams, codes, chess-games, puzzles, airline timetables, airport indicator signs. I believe all excuses.
I believe all reasons.
I believe all hallucinations.
I believe all anger.
I believe all mythologies, memories, lies, fantasies, evasions.
I believe in the mystery and melancholy of a hand, in the kindness of trees, in the wisdom of light.”

J.G Ballard


1:12 π.μ.