downloading Ωχρά Σπειροχαίτη cd3, καλό του κατευόδιο!

8 περίπου χρόνια μετά τον προηγούμενο δίσκο μας επανερχόμαστε με καινούργιο υλικό, επισφραγίζοντας έναν ακόμη κύκλο σε ό,τι μας αναλογεί από την μεγάλη απόπειρα «για την γενικευμένη ανατροπή του αστικού πολιτισμού». Με αφορμή και την διανομή αυτού του υλικού, δηλώνουμε για μια ακόμη φορά, χωρίς να κάνουμε ούτε βήμα πίσω από την αξιακή μας επιλογή, επιλογή καρδιάς, μυαλού και συναισθημάτων, επιλογή συνείδησης: Δεν πουλάμε!

Το υλικό αυτό διανέμεται ελεύθερα και είναι ανοιχτά προσβάσιμο σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται γι’ αυτό με μόνους και απαράβατους όρους

να μην πουληθεί από κανέναν και καμία,

να μην παίξει σε μαγαζιά κάθε είδους,

να μην αναπαραχθεί από κανέναν εμπορευματικό, κοινωνικό ή πολιτικό διαμεσολαβητή,

να μην χρησιμοποιηθεί ως δεκανίκι ευαισθησίας από κανέναν θεσμικό φορέα.

Από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας η υπόθεση της εναντίωσης στις εμπορευματικές σχέσεις και της ακύρωσης του αντιτίμου σε ό,τι παράγουμε έξω από την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία ως προϋπόθεσης για την άρση της διαμεσολάβησης του χρήματος μεταξύ των ανθρώπων, έχει αλλάξει μορφές αλλά όχι περιεχόμενο. Σήμερα, πολλά προϊόντα μοιράζονται δωρεάν, συμπεριλαμβανομένων και μουσικών έργων στο διαδίκτυο, μεταφέροντας την εξαγωγή κέρδους από το αντίτιμο προς τις διαφημίσεις που ενσωματώνουν. Πρόκειται για μια ακόμη μορφή που παίρνουν οι εμπορευματικές σχέσεις στην προσπάθειά τους να διευρύνουν και να βαθύνουν το περιεχόμενό τους όλο και περισσότερο στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Τίποτε δεν έχει αλλάξει στην καπιταλιστική παραγωγή αφού πρόκειται απλά για εκσυγχρονισμό της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου αντιστοιχιζόμενη με την εξέλιξη του όλο και περισσότερο τεχνολογιοκεντρικού πολιτισμού. Όσες μορφές παραγωγής μπορούν να ακολουθήσουν την εξέλιξη επιβιώνουν ενώ οι υπόλοιπες καταστρέφονται. Το σύνολο της υλικότητας του καπιταλισμού, ωστόσο, παραμένει ανέπαφο. Τίποτα δεν υποστέλλει την εχθρικότητά μας ενάντια στις εμπορευματικές σχέσεις ως κομβικό σημείο της καθημερινότητας όπου συναντιέται η πολιτική με την οικονομική μορφή του καταπιεστικού και εκμεταλλευτικού καθεστώτος.

Μέχρι και σήμερα, μπορεί ο δρόμος να ήταν δύσκολος, η ζωή ανελέητη, τα υπαρξιακά ερωτήματα -από και προς πάσα κατεύθυνση- αμείλικτα, οι πρακτικές και επιβιοτικές δυσχέρειες μερικές φορές αξεπέραστες, αλλά μέλημά μας ήταν πάντα να μετατρέπουμε την άμεση εμπειρία μας στα κάθε είδους αναχώματα μέσα από τη δημιουργική γονιμότητα σε ξανακερδισμένο βίωμα. Ο τρόπος μας να είμαστε μαζί, να δοκιμάζουμε τους ήχους μας πάνω στο στίχο, να κουβεντιάζουμε τα αδιέξοδα, να προσπαθούμε να λύνουμε τις αντιφάσεις μας μέσα από έναν κοινό προσανατολισμό, να αγωνιούμε μέσα σε μια μεγάλη κοινότητα που στον αγώνα της για την κοινωνική και προσωπική απελευθέρωση προσπαθεί να πράξει αυτά που πρεσβεύει, δεν επιχείρησε, δεν ακολούθησε και δεν προτείνει καμία απολύτως συνταγή προς ναυτιλλομένους.

Το υλικό μας δεν είναι στρατευμένο σε καμία ιδεολογία γιατί δεν αποτελεί εντεταλμένο έργο κανενός κλειστού θεωρητικού συστήματος. Κάποτε στο παρελθόν είχαμε γράψει ότι κάνουμε δημοτικό τραγούδι. Έτσι θέλουμε να είναι. Νιώθουμε μέλη μιας μεγάλης κοινότητας που μηχανεύεται την ανατροπή αυτού του κόσμου ξεδιπλώνοντας εμπνευσμένα σχέδια για τον εξανθρωπισμό ενάντια στην καπιταλιστική εξουσιαστική βαρβαρότητα. Γράφουμε τα τραγούδια μας και η κοινότητα αν θέλει τα αγκαλιάζει, τα αναπαράγει, τα οικειοποιείται χωρίς να διεκδικούμε κανενός είδους αντίτιμο, επωνυμία, πνευματική ιδιοκτησία, φήμη ή υστεροφημία. Με τα χρόνια μπορεί να ξεχαστούμε, ως μέλη, ως ονόματα, ως γνώριμες φιγούρες μέσα σε αυτή την κοινότητα αλλά τα τραγούδια μας να ταξιδέψουν μέσα της στο μέλλον μοναχά τους όπως τα δημοτικά τραγούδια… Χωρίς κάποιον δημιουργό πια αλλά ως βάσεις για αυθόρμητη συλλογική έκφραση και δημιουργία. Μακάρι!

Συνεχίζουμε…

Μάρτης 2010

Ωχρά Σπειροχαίτη

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ/download

  1. Τα χρώματα 1.Ta_xrwmata
  2. Modus Vivendi 2.Modus_Vivendi
  3. Η πομπή 3.H_pomph
  4. Είπα να ζω 4.Eipa_na_zw
  5. Προσχέδια για την Μακρόνησο Ι 5.Prosxedia_gia_th_Makronhso_I
  6. Προσχέδια για τη Μακρόνησο ΙΙ 6.Prosxedia_gia_th_Makronhso_II
  7. Προσχέδια για τη Μακρόνησο V 7.Prosxedia_gia_th_Makronhso_V
  8. Του μπαρμπαΓιάννη Τ. 8.Tou_mparmpaGiannh_T

Έχουμε φροντίσει η μορφή mp3 στην οποία είναι εδώ ανεβασμένο το υλικό να είναι η καλύτερη δυνατή. Η σειρά των τραγουδιών που προτείνεται εδώ είναι η ενδεδειγμένη ως επιλογή μας. Επίσης, προτείνουμε για την μέγιστη ακουστική απόδοση του υλικού να το κατεβάσετε ως torrent από την διεύθυνσηhttp://www.black-tracker.gr/details.php?id=355

Καλή ακρόαση!

ΣΤΙΧΟΙ

Τα χρώματα

Θυμάσαι που περπάτησα στα χρώματα

Πάνω απ’ το φως τα ξημερώματα

Σαν άγιος και τρελός χαμογελούσα

Ήμουν χαρταετός και μ’ αμολούσα

Μπορώ από τότε τα μικρά μου θαύματα

Αφού διαλέξω ώρα τόπο πράγματα

Δεν είναι οι ευχές μου παραμύθι πια

Τις έχω αρπάξει με το χέρι απ’ τα μαλλιά

Όμως να ξέρεις κανείς δεν ήταν έτσι πάντα

Δεν του’ δωσαν μια δύναμη που έκανε τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Χάδι που πέτρωσε σα διαταγή

Στοιχειώνει πάντα την παιδική μου γη

Σπασμένο τ’ όνομα μου στον καθρέφτη

Σπασμένο γέλιο από τ’ όνειρο μου πέφτει

Βρισιές μου κλέψαν τα φωνήεντα

Τα σύμφωνα φτωχά αλλά βαρυσήμαντα

Φωνές που πλέξαν τα κλαδιά τους στα δικά μου

Πήραν μαζί τους μακριά τα όρια μου

Όμως να ξέρεις δεν μπορεί να είναι έτσι πάντα

Εσύ βρίσκεις τη δύναμη που κάνει τα κουμάντα

Ανοίγεις πάντα δρόμο σε πολλούς χάρτες μαζί

Κι αυτός είναι ο δρόμος σου που θα σ’ ακολουθεί

Ούτε στιγμή δεν σ’ έκανα στην άκρη

Μα ούτε και σε χτύπησα ποτέ στην πλάτη

Δεν μου’ πες αν πιστεύεις πως υπάρχει δρόμος

Σε συναντώ μα και σε χάνω ταυτοχρόνως

Βλέπεις τα χρώματα το φως τα ξημερώματα

Σταγόνες στο παρμπρίζ ψεύτικ’ αρώματα

Στην πόρτα μας αδημονούν τα θαύματα

Όλα απ’ τη ζωή κλεμμένα πράγματα

Όμως έχε το στο νου σου δε θα’ ναι έτσι πάντα

Κάθε σταυροδρόμι κρύβει μια ιντιφάντα

Από τη μια δειλοί και ήρωες από την άλλη θαύματα

Μη βιάζεσαι ποτέ σου’ χω σκεπάσματα

Modus Vivendi

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι του Αλέξη Ασλάνογλου, του αξιοπρεπούς αυτού ανθρώπου που μέχρι το τέλος της ζωής του καιγόταν από την ποίηση χωρίς ποτέ να την συσχετίσει με τίποτε πέραν της “ακατάλυτης ουσίας των πραγμάτων”. Ούτε χρήματα, ούτε δημόσιες σχέσεις, ούτε αναγνώριση. Έφυγε από την γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, έζησε σε μια γειτονιά στους Άγ. Ανάργυρους πάμφτωχος, αιρετικός, ομοφυλόφιλος, και πέθανε μόνος…
Το modus vivendi, ωστόσο, έγινε τραγούδι με αφορμή τον τραγικό θάνατο ενός νεαρού συντρόφου, του Βαγγέλη από τη Ν. Φιλαδέλφεια, το καλοκαίρι του 2002.

Να αφήνεσαι στης θάλασσας το ρεύμα

Να λιμνάζεις κει που πρόσκαιρα αγάπησες

Ν’ αναλώνεσαι διαγνώνοντας χωρίς σκοπό

Περιπτώσεις αθεράπευτες

Να πληθαίνεις

Να προσμένεις τάχα μιαν άνοιξη

Με τη νωχέλεια ηλιόλουστης ημέρας

Μέρας που άξαφνα ναυάγησε

Μες τις κατάφωτες παραθαλάσσιες πόλεις

Να πληθαίνεις

Να’ σαι κατάμονος κι όμως κρυμμένος

Κρυμμένος μέσα σε χιλιές καρδιές

Να περάσεις στο αίμα αυτών που σ’ αγκαλιάσαν

Σ’ αγκαλιάσαν πρόσκαιρα

Να πληθαίνεις

Η πομπή

Βλέπω μια πομπή τη λεωφόρο να κόβει στη μέση

Είναι μια κηδεία εργάτη που του’ λαχε να πέσει

Στο θάνατο που ο αφέντης του κρατάει πάντα μια θέση

Το μεροκάματο θανάσιμος τζόγος που κόβεται στη μέση

Κλειστός ο ουρανός, βουβό το μποτιλιάρισμα, αδιάφορη πόλη

Τα στεφάνια, ο παπάς, οι ανθοδέσμες, οι συνάδελφοι όλοι

Χαρούμενοι βαθιά που θα ζουν την επόμενη σχόλη

Οι κηδείες βγάζουν βόλτα τις μνήμες πριν μπουν στη φορμόλη

Πόσο απλά τ’ αφεντικά τελειώνουν τον εργάτη στο μνήμα

Ο ήλιος, οι βρισιές και τα γέλια με κομμένο το νήμα

Αμνηστεύει η πομπή τους φονιάδες απ’ το μεγάλο κρίμα

Και κάνει μια φορά ακόμα προς το θάνατο ένα βήμα

Μυξοκλάματ’ αγκαλιές κονιάκ συγγενείς και παιδιά

κόλυβα κατάρες κρασί του σαβάνου ψαλιδιά

Το εργοστάσιο δουλεύει αυτή την ώρα κατάμουτρη βρισιά

Βιαστικά η πομπή θα διαλυθεί σαν σπασμένη αρμαθιά

Δίχως μια γροθιά, μια κραυγή μ’ ένα θλιμμένο καλησπέρα

Αιώνια στη μνήμη σου το εργοστάσιο θα παράγει κάθε μέρα

Τ’ αφεντικό σε χαιρετά απ’ το καζίνο και την κρουαζιέρα

Οι συνάδελφοι βολεύονται σαν πιόνια στης κάλπης τη σκακιέρα

Είπα να ζω

Είπα να ζω

Κει που ζητάν

Να το ξεχάσω

Να ασπαστώ

Τα δάκρυα μου

Πριν ξεσπάσω

Είμαι οι στιγμές

Που δε φοβούνται

Μην τις κλέψουν

Είμαι ο δρόμος

Που αδημονεί

Να αλητέψουν

Είπα να βγω

Απ’ τα σύνορα μου

Ψάχνω χάρτη

Να εξοριστώ

Στη ρεματιά

Ενός αντάρτη

Είμαι μια ώρα

Που αφήνει πίσω

Την κλεψύδρα

Είμαι μια χώρα

Για τους εχθρούς

Λερναία Ύδρα

Προσχέδια για τη Μακρόνησο

Τρία μελοποιημένα ποιήματα από τα πέντε συνολικά «προσχέδια» του μακρονησιώτη Τίτου Πατρίκιου. Ποιήματα γραμμένα από το Μάρτη του 1953 έως τον Δεκέμβρη του 1954. Σήμερα, μέσα σε ένα καθεστώς βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού και ως εκ τούτου εντεινόμενης κρατικής καταστολής και κοινωνικού ελέγχου, κελιών σε «ειδικά καθεστώτα» εγκλεισμού, στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών… οι ιστορικές αντιστοιχίσεις προσφέρονται ως ενέχυρα για έναν εναντιωματικό Λόγο. Με μια Αριστερά να προσφέρει αφειδώς απενοχοποίηση στους πολιτικούς δημίους σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης και να συναινεί σε μια «εθνική συμφιλίωση» με εθελόδουλη συνέπεια μέχρι και σήμερα, όσοι και όσες αντιστέκονται στις μέρες μας αναγνωρίζουν στο «μεγάλο πειθαρχικό πείραμα» της Μακρονήσου πολλά θραύσματα της σύγχρονης κατασταλτικής τους εμπειρίας. Επιπλέον, ένα χρέος απέναντι σε δικούς μας ανθρώπους που βίωσαν τη χυδαιότητα της Μακρονήσου και πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτά που πίστευαν, προστέθηκε στα κίνητρα για να προσεγγίσουμε τα ποιήματα αυτά, να αφουγκραστούμε τον μακρινό απόηχο εκείνου του μαρτυρίου και να τον κάνουμε μελωδίες αναστοχασμού των εμπειριών, ξορκισμού της παθητικότητας και ενδυνάμωσης των αντιστάσεων για μια ελεύθερη και ακηδεμόνευτη ζωή.

Ι

Με το μελτέμι σου που δυναμώνει τη νύχτα

Με τη νύχτα σου που δυναμώνει τη σιωπή

Και μ’ ένα συρματόπλεγμα τριγύρω στην καρδιά σου

Νησί που κανείς σεισμός δε θα σε καταπιεί

Μακρύ σαν πέτρινη μαγνητική βελόνη

Να δείχνεις το βοριά και το νότο της πορείας της ιστορίας του χρόνου

Κι η θάλασσα κυλάει και φεύγει

Κι η θάλασσα κυλάει και φεύγει

Η θάλασσα δεν τ’ αντέχει αυτά τα βράχια

ΙΙ

ΒΕΤΟ, ΑΕΤΟ, ΓΕΤΟ, ΣΦΑ, το Γάμμα Κέντρο

Απ’ την κορφή ως τα νύχια πέτρα

Τ’ αντίσκηνα σα σβόλοι λάσπη

Ένα κομμάτι λάσπη οι ανθρώποι

Τρεμόσβηνε η ψυχή γινόταν χώμα

Φασματικές λάμπες κόβανε τα πρόσωπα

Φωτίζοντας μάτια τρελών

Στόματα που ξεχύναν έντομα

Κι ο άνεμος μες τις χοντρές αρβύλες του βασανιστή

Μαστίγωνε τ’ άγριο βουνό με τη ζωστήρα του

V

Έτσι έμαθα πόσο βαριά είναι η άμμος

Πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει

Πώς ξεριζώνονται τα σκίνα κι οι αφάνες

Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου

Η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου

Τ’ αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου

Για τον ΜπαρμπαΓιάννη Ταμτάκο

Γεννήθηκε το 1908 στις Φώκιες της Μ. Ασίας. Προσφυγάκι το 1914, επιστρέφει το 1919 στην πόλη που γεννήθηκε για να την αφήσει οριστικά το 1922. Το 1924 εντάσσεται στην κίνηση των αρχειομαρξιστών και δραστηριοποιείται στο συνδικαλιστικό κίνημα μέσα από τα δυναμικά σωματεία των τσαγκαράδων και, αργότερα, των ανέργων. Συμμετέχει στα γεγονότα του 1931 στη Θεσσαλονίκη και στις συμπλοκές στο Σιντριβάνι πυροβολείται από αστυνομικό στο μάγουλο. Το 1932 γνωρίζεται με τον Άγι Στίνα (Σπύρο Πρίφτη) και το 1934 περνάει στον τροτσκισμό. Πρωτεργάτης στην εργατική εξέγερση του 1936 στη Θεσσαλονίκη που πυροδοτείται από τη μεγάλη απεργία των καπνεργατών, ζει μαζί με τους χιλιάδες εξεγερμένους την κατάπνιξή της και την προδοσία των σταλινικών. Το 1937 πηγαίνει εξόριστος στη Γαύδο, όπου και παραμένει μέχρι το 1941. Στη συνέχεια μεταφέρεται στο Τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, όπου συνδέεται ξανά με το Στίνα, το Βουρούκη και τους υπόλοιπους της ομάδας των ντεφαιτιστών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Κατοχής ακολουθούν διεθνιστική, επαναστατική στάση κάνοντας προπαγάνδα ενάντια στον πόλεμο και αρνούμενοι να ενταχθούν στο ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ, το οποίο θεωρούν εθνικιστικό και αντεπαναστατικό. Για τη στάση τους αυτή θα κυνηγηθούν τόσο από τους Γερμανούς και τους χίτες, όσο και από τους σταλινικούς φονιάδες της ΟΠΛΑ. Από το 1942 θα συνδεθεί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τις θέσεις του οποίου θα υιοθετήσει σχετικά με την γραφειοκρατικοποίηση των Κ.Κ., θέσεις που το 1947 θα τον οδηγήσουν στην οριστική απομάκρυσνήτου από τον τροτσκισμό και την προσέγγιση αντιεξουσιαστικών λογικών. Το 1951 φεύγει με πρόσκληση για να εργαστεί στην Αυστραλία, από όπου επιστρέφει οσριστικά το 1966. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 συνδέεται με τον αναρχικό χώρο της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας ενεργά στις εκδηλώσεις του και πλουτίζοντας τις με την εμπειρία του.

(εισαγωγή από το βιβλίο του Γ. Ταμτάκου: αναμνήσεις μιας ζωής στο επαναστατικό κίνημα)

Ο μπαρμπαΓιάννης τις μοναχικές του ώρες συνήθιζε να τραγουδάει ή να απαγγέλει σε ένα μικρό παλιό κασετόφωνο που είχε. Η φωνή που ακούγεται στο οργανικό αυτό κομμάτι μας είναι του μπαρμπαΓιάννη από τις παλιές του κασέτες σε αποσπάσματα από την Διεθνή στα Ποντιακά και από παραδοσιακά τραγούδια της εποχής του. Ευχαριστούμε τους συντρόφους από τη Θεσσαλονίκη που μας παραχώρησαν το μοναδικό και σπάνιο αυτό υλικό.

*Δεν συνηθίζουμε τις ευχαριστίες αλλά κάνουμε εκ των πραγμάτων μια εξαίρεση όσον αφορά τον συγκεκριμένο δίσκο. Θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον Μηνά Ε. που αγάπησε το υλικό μας όσο κι εμείς, ήταν καταλυτικός στην ηχογράφηση και έχει έναν εξίσου με μας κύριο λόγο στο υλικό αυτό, τον Παναγιώτη Κ. που μας στήριξε και μας στηρίζει τεχνικά και εμψυχωτικά και τον Γιάννη Χ. που επισφράγισε το τελικό αποτέλεσμα.

** “Η μεσολάβηση του εμπορεύματος και του θεάματος στις ανθρώπινες σχέσεις συγγενεύει με τις επιτυχίες της εξατομίκευσης και του ολοκληρωτισμού. Απέναντι σ’ αυτές τις όχι τυχαίες ‘εκλεκτικές συγγένειες’, ο δικός μας τρόπος απέχει πολύ, ή τουλάχιστον παλεύουμε να απέχει πολύ από την αυταρέσκεια του εκκωφαντικού. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι τίποτα από μόνη της, όπως δεν μπορεί να είναι τίποτα από μόνος του ένας τόπος ή μια δήλωση παρουσίας. Οι ιδανικοί τόποι για συναντήσεις προϋποθέτουν αμοιβαία αναγνώριση, διάθεση και θέληση για συνεύρεση και σύμπραξη. Είναι τόποι ανίχνευσης και υπονόμευσης ατομικών ή συλλογικών αισθημάτων αυτάρκειας ή επιβεβαίωσης. Εγείρουν χειρονομίες που εκφέρουν ανατροπές ανάμεσα στο Εγώκαι στο Εσύ. Προϋποθέτουν και έχουν ως σκοπό την αναδημιουργία των σχέσεων στη βάση της κατάργησης κάθε διαχωρισμού. Αναζητούν τη γενίκευση της ελευθερίας και της συμμετοχής έξω από λογικές συμβιβασμού, αντίδρασης ή συναίνεσης. Προωθούν την ανατροπή και τη ρήξη με κάθε είδους μεσολάβηση (εμπορεύματα-φετίχ, σπόνσορες, κόμματα, ιεραρχίες, θεαματικούς όρους) ενάντια σε κώδικες ή χειρονομίες αυτοθυσίας ή χειραγώγησης.”

(από την +τεχνία-: http://www.disobey.net/syntexniaplhn)


12:57 π.μ.




Homunculus from HUMBLE TV on Vimeo.


3:53 π.μ.




Υπάρχουν δύο παιδικά τραγουδάκια που δεν είναι σαν τα άλλα.

Δηλαδή δεν είναι καθόλου χαρούμενα, ευχάριστα ή έστω διδακτικά, όπως το "Δούλευε, δούλευε γέλα πολύ, δίχως δουλειά είναι η ζήση πεζή...".
Αυτά τα δύο ξένα τραγουδάκια μιλάνε ξεκάθαρα για αιματηρούς φόνους, για γυναίκες κακές, πολύ κακές, μα πάρα πολύ κακές, σχεδόν όσο και ένας άνδρας.

Φαντάσου να πηδάς σχοινάκι με τις φίλες σου σε μια άθλια πόλη του αμερικανικού νότου και να τραγουδάς το παρακάτω τραγουδάκι:

Lizzie Borden took an axe
and gave her mother forty whacks
when she saw what she had done
she gave her father forty-one

ή να πηγαίνεις νηπιαγωγείο στο βιομηχανικό Sheffield της κεντρικής Αγγλίας και να τραγουδάς πιασμένη χέρι-χέρι με τα άλλα παιδάκια:

Mary Ann Cotton,
she's dead and she's rotten
she lies in her bed
with her eyes wide open
sing, sing, oh, what can I sing,
Mary Ann Cotton is tied up with string
Where, where? Up in the air
selling black puddens* a penny a pair

*είδος λουκάνικου από αίμα γουρουνιού

Φυσικά, έχοντας μια έμφυτη αγάπη για το αποτρόπαιο και μια λατρεία για το γκροτέσκο, μου έκαναν τρομερή εντύπωση και τα δύο τραγούδια. Έτσι ξετρύπωσα από το φανταστικό κόσμο του wikipedia και μετέφρασα τις ιστορίες που βρίσκονται από πίσω. Ιδού:

Lizzie Borden

Η 'γεροντοκόρη' της Νέας Αγγλίας Lizzie Borden (19/7/1860-1/6/1927) ήταν η βασική ύποπτος για τους φόνους με τσεκούρι του πατέρα της και της μητριάς της στις 4 Αυγούστου του 1892 στη Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Το έγκλημα, η δίκη που ακολούθησε, και η πρωτοφανή δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση πέρασαν στην αμερικάνικη ποπ κουλτούρα, στο αμερικάνικο φολκλόρ και στην αμερικάνικη εγκληματολογία.

Το αυγουστιάτικο πρωινό που ο πατέρας και η μητριά της Borden δολοφονήθηκαν μέσα στο σπίτι τους οι μόνοι άλλοι άνθρωποι που βρισκόταν στην οικία ήταν η Lizzie και η καμαριέρα Bridget Sullivan. H αδερφή της Lizzie, Emma, ήταν εκτός, το ίδιο και ο θείος της Lizzie, John Vinnicum Morse, ο αδερφός της νεκρής μητέρας της που τους επισκεπτόταν εκείνο τον καιρό.

Η ώρα ήταν 10:45 και ο πατέρας της μόλις είχε επιστρέψει από εξωτερικές δουλειές. Περίπου μισή ώρα αργότερα η Lizzie βρήκε το πτώμα του. Στην κατάθεση της η καμαριέρα υποστηρίζει ότι ήταν ξαπλωμένη στο δωμάτιο της στο τρίτο πάτωμα του σπιτιού όταν γύρω στις έντεκα άκουσε τη Lizzie να τη φωνάζει και να να της λέει πως κάποιος σκότωσε τον πατέρα της, το πτώμα του οποίου ήταν ξαπλωμένο στον καναπέ του καθιστικού του ισογείου με το κεφάλι στραμμένο στα δεξιά, φαινομενικά ήρεμος σαν να κοιμόταν.

Λίγο μετά, ενώ φρόντιζαν οι γείτονες και ο οικογενειακός γιατρός τη σοκαρισμένη Lizzie, η καμαριέρα βρήκε και το πτώμα της μητριάς στο δωμάτιο των ξένων του επάνω ορόφου. Ο κύριος και η κυρία Borden είχαν σκοτωθεί από χτυπήματα με τσεκούρι, τόσο βάναυσα ώστε στην περίπτωση του άντρα να έχει συνθλιβεί το κρανίο και να έχει κοπεί στα δύο ο βολβός του αριστερού ματιού.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, μέχρι το μοιραίο εκείνο πρωινό, η ζωή στη Second Street 92, είχε γίνει ανυπόφορη, και η συντροφικότητα μεταξύ των μεγαλύτερων και των μικρότερων μελών της οικογένειας είχε σχεδόν χαθεί. Το μπροστά μέρος του σπιτιού ήταν η περιοχή των αδερφών Borden, ενώ το πίσω ήταν το μέρος που ζούσαν οι γονείς τους. Σπάνια γευμάτιζαν όλοι μαζί. Έντονες διαμάχες είχαν ξεσπάσει ανάμεσα στον κύριο Borden και στις κόρες του για την απόφαση του να χωρίσει την περιουσία δίνοντας το σπίτι σε συγγενείς της μητριάς τους. Αυτός ήταν και ο λόγος της επίσκεψης του θείου από την πλευρά της νεκρής μητέρας. Λίγο πριν τους φόνους ένας φοβερός καυγάς είχε κάνει τις δύο αδερφές να φύγουν από το σπίτι για 'διακοπές' με άγνωστη ημερομηνία επιστροφής. Η Lizzie Borden αποφάσισε να σταματήσει αυτές τις διακοπές νωρίτερα και να επιστρέψει σπίτι.

Επισκέφτηκε το φαρμακείο και ζήτησε να αγοράσει ένα είδος οξύ με τη δικαιολογία ότι ήθελε να καθαρίσει ένα λεκιασμένο παλτό από δέρμα φώκιας, αλλά ο φαρμακοποιός αρνήθηκε να της το πουλήσει. Επίσης πριν τις αρχές Αυγούστου όλοι στο σπίτι ξαφνικά αρρώστησαν, και καθώς ο κύριος Borden δεν ήταν από τους πιο αγαπητούς ανθρώπους στην πόλη, η γυναίκα του φοβήθηκε ότι τους δηλητηρίασαν, αλλά ο γιατρός τους καθησύχασε ότι πρόκειται απλά για τροφική δηλητηρίαση.

Η Lizzie Borden συνελήφθη στις 11 Αυγούστου του 1892 και δικάστηκε 10 μήνες αργότερα. Η κατάθεση της περιείχε ανακρίβειες και η συμπεριφορά της ήταν ύποπτη. Υποστηρίχθηκε ότι κατά την αστυνομική έρευνα βρέθηκε στο υπόγειο του σπιτιού ένα τσεκούρι που του έλειπε η λαβή και υπέθεσαν ότι αυτό είναι το φονικό όπλο, αλλά, ένας άλλος αστυνομικός κατέθεσε ότι η λαβή βρέθηκε καθαρή δίπλα στο τσεκούρι. Ένας ειδικός είπε ότι ήταν αδύνατον να είχε καθαριστεί το τσεκούρι από τα αίματα μέσα στο χρόνο ανάμεσα στο έγκλημα και την ανακάλυψη των θυμάτων. Η έρευνα κόλλησε και στο γεγονός ότι η αστυνομία του Fall River δεν πίστευε ακόμη ότι η νέα τεχνολογία των αποτυπωμάτων θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη, κανείς δεν πήρε αποτυπώματα από τη λαβή του τσεκουριού. Επίσης κανένα ματωμένο ρούχο δεν προσκομίστηκε σαν στοιχείο παρόλο που μερικές μέρες μετά το φόνο η Borden έσκισε και έκαψε ένα μπλε φουστάνι στη σόμπα της κουζίνας ισχυριζόμενη ότι το είχε καταστρέψει αφού το είχε λερώσει με μπογιά.

Παρά τα ενοχοποιητικά στοιχεία η Lizzie Borden αφέθηκε ελεύθερη στις 20 Ιουνίου 1893. Επίσης ένας άλλος φόνος με τσεκούρι λίγο πριν από τη δίκη της και ενώ η ίδια ήταν υπό κράτηση, ενίσχυσε την αθωότητα της.

Μετά τη δίκη μετακόμισε με την αδερφή της σε καινούργιο σπίτι. Τον Ιούνιο του 1905 μάλωσαν για ένα πάρτι που έκανε η Lizzie προς τιμήν της Nance O'Neil και ένα γκρουπ ηθοποιών. Η Emma έφυγε απ' το σπίτι και η Lizzie άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα Lizbeth A. Borden.

Πέθανε από πνευμονία στις 1/6/1927 και μόνο λίγοι άνθρωποι ήταν στην κηδεία της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και άφησε 30,000 δολάρια σε ένα κέντρο περίθαλψης ζώων. Επίσης άφησε 500 δολάρια για την περιποίηση του τάφου του πατέρα της. Εννιά χρόνια μετά την ακολούθησε και η αδερφή της.

Το σπίτι όπου διαπράχθηκαν οι φόνοι είναι τώρα ξενώνας.

Διάφορες θεωρίες έχουν κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνια για τον πραγματικό ένοχο. Κάποιες υποστηρίζουν ότι το έκανε η καμαριέρα επειδή της είχανε πει να καθαρίσει τα τζάμια σε μια ιδιαίτερα ζεστή μέρα μετά από μια τροφική δηλητηρίαση. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το έκανε ο ετεροθαλής αδερφός William Borden από εκδίκηση γιατί δεν του έδιναν χρήματα. Μια ακόμη θεωρία υποστηρίζει ότι η ίδια η Lizzie υπέφερε από τρομερές κρίσεις δυσμηνόρροιας κατά τις οποίες περνούσε σε μια κατάσταση ύπνωσης και έτσι έκανε τους φόνους χωρίς να το γνωρίζει.

Στο βιβλίο Lizzie του Evan Hunter, η Lizzie Borden φαίνεται να έχει ερωτική σχέση με την ηθοποιό Nance O'Neil την οποία γνώρισε στη Βοστόνη το 1904. Στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν απαράδεκτο για μια γυναίκα καλής οικογενείας να γίνει ηθοποιός. Η O'Neil είχε διαρκώς οικονομικά προβλήματα και η Βorden τη βοηθούσε. Αυτός υποστηρίζεται ότι είναι ο λόγος που μάλωσε με την αδερφή της. Η O'Neil έπαιξε έναν ρόλο στο μιούζικαλ Lizzie Borden: A Μusical Τradgedy in Τwo Αxe. Η φεμινίστρια Carolyn Gage αναφέρεται στην O'Neil σαν λεσβία που δεν φοβόταν να το δείξει, γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους, παρόλο που ήταν παντρεμένη.


Mary Ann Cotton

Γεννημένη σε ένα μικρό Αγγλικό χωριό τον Οκτώβριο του 1832, η Mary Ann πέρασε άσχημη παιδική ηλικία χωρίς πολλούς φίλους. Ο αυστηρός, θρησκευόμενος μεταλλωρύχος πατέρας της με το ζόρι καταφέρνει να τους ταΐζει πριν σκοτωθεί τελικά σε εργατικό ατύχημα πέφτοντας σε μια στοά βάθους 46 μέτρων. Η μητέρα της ξαναπαντρεύεται και η επίσης αυστηρή πειθαρχεία που επιβάλλει ο πατριός της κάνει τη Mary Ann να εγκαταλείψει το σπίτι για να εκπαιδευτεί σαν νοσοκόμα σε ένα κοντινό χωριό.

Επιστρέφει στο πατρικό της και μαθαίνει να ράβει. Τότε γνωρίζει και τον πρώτο της σύζυγο, τον ανθρακωρύχο William Mowbray. Το ζευγάρι αποκτά πέντε παιδιά εκ των οποίων τα τέσσερα πεθαίνουν υποφέροντας από φρικτούς πόνους στο στομάχι. Στη συνέχεια θα κάνουνε ακόμη τρία παιδιά αλλά δεν θα ζήσει κανένα. Ο άντρας της επίσης πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1865 από εντερικές διαταραχές και η Mary Ann εισπράττει 35 λίρες αποζημίωση για τον θάνατο του, ποσό που εκείνη την εποχή αντιστοιχεί στους μισθούς μισού χρόνου ενός ανειδίκευτου εργάτη.

H Mary Ann στέλνει το μόνο παιδί που της έχει απομείνει, την κόρη της Isabella, να ζήσει με τη μητέρα της, ενώ εκείνη μετακομίζει και πιάνει δουλειά σαν νοσοκόμα σε ένα αναρρωτήριο. Εκεί γνωρίζει τον μηχανικό George Ward. Παντρεύονται τον Αύγουστο του 1865 ενώ εκείνος συνεχίζει να είναι ασθενής. Πεθαίνει ενάμιση χρόνο αργότερα παράλυτος και με εντερικές διαταραχές. Ο γιατρός που τον παρακολουθούσε σχολιάζει το ξαφνικό γεγονός του θανάτου του αλλά κανείς δεν υποψιάζεται τη Mary Ann. Εκείνη εισπράττει την αποζημίωση από την ασφάλεια του δεύτερου νεκρού συζύγου της.

Τον Νοέμβριο του 1866, ο πρόσφατα χήρος James Robinson ναυτεργάτης από το Pallion, Sutherland, προσλαμβάνει την Mary Ann να φροντίζει το σπίτι του και το ορφανό μωρό του. Το μωρό πεθαίνει ένα μήνα μετά από γαστρικό πυρετό και ο πατέρας του στρέφεται για παρηγοριά στην οικονόμο του την οποία αφήνει έγκυο. Τότε αρρωσταίνει η μητέρα της Mary Ann. H κόρη της προστρέχει αμέσως για βοήθεια. Η κατάσταση της μητέρας της βελτιώνεται μέρα με τη μέρα παρόλο που παραπονιέται για πόνους στο στομάχι. Τελικά πεθαίνει σε ηλικία 54 χρονών στις 9 Ιουνίου, εννιά μόλις μέρες μετά την άφιξη της κόρης της.

Η Μary Ann επιστρέφει στον άντρα της μαζί με την κόρη της Isabella η οποία σύντομα θα πεθάνει κι αυτή από πόνους στο στομάχι, ενώ αμέσως θα την ακολουθήσουν και δύο από τα παιδιά του James τον Μάρτιο του 1868.

Ο James την υποψιάζεται επειδή τον πιέζει να κάνει ασφάλεια ζωής. Ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του έχει 60 λίρες χρέη και ότι έχει κλέψει ακόμη 50 λίρες από λεφτά που υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι στην τράπεζα. Την πετάει έξω από το σπίτι όταν μαθαίνει πως εκείνη εξαναγκάζει τα παιδιά του να πηγαίνουν πολύτιμα αντικείμενα στους τοκογλύφους για χρήματα.

Για λίγο διάστημα μένει στους δρόμους μέχρι η φίλη της Margaret Cotton να τη συστήσει στον χήρο ανθρακωρύχο Frederik Cotton. Τον παντρεύεται και λίγο αργότερα η ίδια η Margaret, ο καινούργιος της σύζυγος και δύο γιοί του πεθαίνουν.

O Thomas Riley, ένας αξιωματικός της ενορίας, πρώην βοηθός ιατροδικαστή, είναι υπεύθυνος για το ξεσκέπασμα των φονικών που είχε διαπράξει η Mary Ann όλα αυτά τα χρόνια. Όταν εκείνος την πλησίασε για να της ζητήσει να κουράρει μια άρρωστη από ευλογιά γυναίκα η Mary Ann τον πίεσε να μεσολαβήσει ώστε να δεχτούν τον εναπομείναντα γιό του Cotton, τον Charles Edward, στο ίδρυμα απόρων και ανιάτων υποστηρίζοντας ότι το παιδί είναι αρρωστιάρικο. Ο Riley της είπε πως θα πρέπει να τον συνοδέψει ως μητέρα του στο ίδρυμα και ότι απ' ότι ο ίδιος γνωρίζει το παιδί είναι καλά στην υγεία του. Έτσι όταν πέντε μέρες αργότερα ακολούθησε την οικογένεια του στον τάφο, ο Riley πήγε στην αστυνομία και έπεισε τον γιατρό να παγώσει την διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού θανάτου από φυσικά αίτια έτσι ώστε η θετή του μητέρα να μην μπορεί να εισπράξει το ποσό της ασφάλειας σε περίπτωση θανάτου.

Η Mary Ann ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε αρσενικό για γιατρικό και ότι ο Riley την κατηγορεί γιατί του αρνήθηκε να γίνουν εραστές.

Οι εφημερίδες τις εποχής βρίσκουν ενδιαφέρον στην ιστορία και ανακαλύπτουν ότι αυτή η γυναίκα έσπερνε το θάνατο σε όλη τη βόρεια Αγγλία.

Στη δίκη που ακολουθεί η Mary Ann καταδικάζεται για τον θάνατο του παιδιού και πάει στην κρεμάλα στις 24 Μαΐου του 1973. Πεθαίνει με αργό και βασανιστικό θάνατο καθώς ο δήμιος δεν είχε υπολογίσει σωστά την πτώση.


Αυτά...


Α, και ένα βιντεάκι από ταiνια που γύρησε ο Alfred Hitchcock για τη Borden.


















9:48 π.μ.




Skhizein (Jérémy Clapin,2008) from Bertie on Vimeo.



"I am exactly 91 centimetres from myself...
...it was a meteorite that crashed into me,
nothing else!
And all I want is to get back to where I was."

*asteroids= minor planets, small solar system bodies, larger than meteorites
* meteorites= debris in the solar system, the visible path of a meteoroid that enters Earth's atmosphere is called a 'meteor' or a shooting star, many meteors appearing together are called a 'meteor shower'
(from Wikipedia)


1:01 π.μ.





2:18 π.μ.




Dear time,

please stop


every single morning
i observe your moments passing round my eyes
i hear the seconds ticking away next to my mouth
i watch the hours hiding in the shadow of my neck

i am half past gone

a quarter after midnight
sleepless
when the night is still young
compared to me

i develop a tendency to forget things
numbers, dates, faces

i discover that i am suddenly fond of cats


7:04 π.μ.





10:39 π.μ.